ΙστορίαΜη Χάσετε

Σαν σήμερα 22 Νοεμβρίου 1897 η συνθήκη της Κωνσταντινούπολης

Το επίσημο τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897

Σαν σήμερα πριν από 125 χρόνια η ελληνική κυβέρνηση υπέγραφε τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, με την οποία ολοκληρώθηκε ο ελληνοτουρκικός πόλεμος, που βρήκε την Ελλάδα βαθιά πληγωμένη και έμελλε να χαρακτηρισθεί ως «Ατυχής πόλεμος».

Τη Συνθήκη υπέγραψε στις 22 Νοεμβρίου (με το ημερολόγιο της εποχής, στις 4 Δεκεμβρίου με το νέο) του 1897 ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο οποίος είχε αναλάβει πρωθυπουργός έπειτα από την παραίτηση της κυβέρνησης του Θεόδωρου Δηληγιάννη.

Το τίμημα του πολέμου

Έπειτα από διαβουλεύσεις με τις Μεγάλες Δυνάμεις, οι εδαφικές απώλειες για την Ελλάδα ήταν μικρές, αφού επανέκτησε τη Θεσσαλία, η οποία είχε χαθεί κατά τη διάρκεια της επέλασης του στρατού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ ιδρύθηκε και η αυτόνομη Κρητική Πολιτεία υπό οθωμανική επικυριαρχία.

Το βαρύτερο τίμημα από τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης για το ελληνικό κράτος ωστόσο ήταν η υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ύψους 4.000.000 τουρκικών λιρών ως επανόρθωση πολέμου.

Για την ελληνική οικονομία που λίγα χρόνια πριν είχε πτωχεύσει (Χαρίλαος Τρικούπης, 1893), αυτή ήταν η αιτία για να λάβει ένα ακόμη δάνειο και να τεθεί υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, εκχωρώντας τις πηγές από τα δημόσια έσοδα στους πιστωτές της.

Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος

Η πρώτη τουφεκιά του πολέμου έπεσε στις 6 Απριλίου 1897 και οι πολεμικές συγκρούσεις τερματίστηκαν στις 8 Μαΐου του ίδιου χρόνου με ήττα της Ελλάδας.

Η εχθρότητα μεταξύ της Ελλάδας και της Οθωμανικής Αυτοκρατο­ρίας ήταν μόνιμη κατάσταση και πήγαζε από την ιστορική κληρονομιά που άφησαν τόσο η τουρκική κατάκτηση των ελληνικών περιοχών , όσο και η καταπίεση των Ελλήνων στα εδάφη που βρέθηκαν εκτός του ελληνικού κράτους με τον αγώνα της Εθνεγερσίας το 1821.

Το Κρητικό ζήτημα

Ιδιαίτερα η Κρήτη είχε συνεχείς επαναστάσεις. Τα έτη 1885,1888 και 1889 εκδηλώθηκαν
επαναστάσεις, επειδή οι διοριζόμενοι από τον Σουλτάνο γενικοί διοικητές παραβίαζαν τη συμφωνία μεταρρυθμίσεων της Χαλέπας του 1878.

Το 1894 διορίστηκε διοικητής Κρήτης ο Καραθεοδωρής πασάς, ο οποίος άρχισε την εφαρμογή φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, για το συμφέρον της τάξεως και ευημερίας της νήσου. Αυτό όμως συνάντησε την αντίδραση των Τούρκων της Κρήτης.

Επακολούθησαν ταραχές μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, με αποτέλεσμα να εκραγεί νέα επανάσταση το 1896. Τουρκικές ενισχύσεις αποβιβάστηκαν στη νήσο, ενώ ομάδες εθελοντών από την Ελλάδα προσέρχονταν για την παροχή συνδρομής στους Κρήτες.

Πολεμικά πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων συνέρρεαν στα κρητικά ύδατα και η κατάσταση έφτανε σε μεγάλη ένταση. Από τις αρχές Φεβρουάριου του 1897, η επανάσταση επεκτάθηκε σε όλη τη νήσο, όπου στο εσωτερικό της κυριαρχούσαν οι Έλληνες κατά 80%.

Η στάση της κυβέρνησης Δεληγιάννη και η Εθνική Εταιρία

Τα γεγονότα στην Κρήτη δημιούργησαν μεγάλη αναταραχή στην Ελλάδα. Ο πολιτικός κόσμος επιδιδόταν σε άγριο κομματικό ανταγωνισμό. Η Κυβέρνηση Δεληγιάννη δεχόταν κατηγορίες του αρχηγού της αντιπολιτεύσεως Δημητρίου Ράλλη, ότι είναι ανίκανη να χειριστή τα εθνικά θέματα. Οχλαγωγικές συγκεντρώσεις στους δρόμους και ανεύθυνοι εθνοσωτήρες ενέσπειραν σύγχυση και υποψίες για την τηρούμενη πολιτική στο Κρητικό Πρόβλημα.

Η «Εθνική Εταιρεία» επίσης, που ήταν στρατιωτικοπολιτική μυστική Οργάνωση, με προεκτάσεις σε όλο το δημόσιο βίο, είχε σχεδόν υποκαταστήσει το Κράτος. Επιζητούσε την προώθηση των εθνικών θεμάτων με πόλεμο κατά της Τουρκίας, χωρίς να λαμβάνει υπόψη της τις ελληνικές δυνατότητες για ένοπλο αγώνα.

Πιεζόμενη η Κυβέρνηση Δεληγιάννη από τις αντιδράσεις αυτές και την έξαψη του λαού, όταν κυκλοφόρησαν ειδήσεις για σφαγές και εμπρησμούς στην Κρήτη, έστειλε στα κρητικά ύδατα μεταξύ 25 και 29 Ιανουαρίου του 1897 πολεμικά πλοία υπό τον πρίγκιπα Γεώργιο, για να εμποδίσει την αποβίβαση νέων τουρκικών δυνάμεων.

Η παραπάνω απόφαση δεν ικανοποίησε την κοινή γνώμη και η Κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποστείλει και μεικτό απόσπασμα από 2 τάγματα Πεζικού, ένα Λόχο Ευζώνων, ένα τάγμα Μηχανικού και μία πυροβολαρχία, συνολικής δυνάμεως 1500 ανδρών, υπό το Συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο.

Το απόσπασμα αποβιβάστηκε δυτικά των Χανίων (Κολυμπάρι), στις 7 Φεβρουάριου άρχισε την επίθεσή του και την επόμενη κατανίκησε δύναμη Τουρκοκρητών και τακτικού στρατού. Ακολούθησε η αποβίβαση ξένων αγημάτων και οι ναύαρχοι των Μεγάλων Δυνάμεων απαγόρευσαν κάθε κίνηση του ελληνικού αποσπάσματος.

Στις 18 Φεβρουαρίου, οι Μεγάλες Δυνάμεις, με διακοίνωση τους προς την Ελληνική Κυβέρνηση, καθιστούσαν γνωστή την απόφασή τους να παραχωρηθεί στην Κρήτη καθεστώς αυτονομίας υπό την υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου και απέκλειαν την ένωσή της με την Ελλάδα. Όριζαν προθεσμία 6 ημερών για ανάκληση του αποσπάσματος Βάσσου από την Κρήτη. Η Τουρκία συμφώνησε με τη λύση αυτή, αντίθετα η Ελληνική Κυβέρνηση την απέρριψε.

Κατόπιν της αρνήσεως της Ελλάδας να συμμορφωθεί προς την απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων για την Αυτονομία της Κρήτης, η Τουρκία αποφάσισε τον πόλεμο εναντίον της. Το στοιχείο αυτό αποτελεί και το βασικό αίτιο του πολέμου του 1897.

Η αδυναμία της Ελληνικής Κυβερνήσεως να απαγορεύσει στις 29 Μαρτίου 1897 την έξοδο από την περιοχή Καλαμπάκας προς το τουρκικό έδαφος, στη Μακεδονία, σώματος από 2460 ένοπλους εθελοντές της «Εθνικής Εταιρείας», παρείχε στην Τουρκία την επιζητούμενη αφορμή για την κήρυξη του πολέμου.

Ανέτοιμος και ανεπαρκής ελληνικός στρατός

Ο πόλεμος του 1897 βρήκε την Ελλάδα χωρίς την αναγκαία προπαρασκευή. Ο στρατός δε διέθετε τις απαραίτητες Υπηρεσίες για τη συντή­ρησή του, ούτε τον απαιτούμενο αριθμό στελεχών και τον αναγκαίο οπλισμό.

Η εκπαίδευσή του ήταν πολύ καθυστερημένη. Ασκήσεις πεδίου μάχης σπάνια είχαν εκτελεστεί. Ασκήσεις μάχης με τη συμμετοχή όλων των Όπλων (Πεζικό – Ιππικό – Πυροβολικό – Μηχανικό) ουδέποτε είχαν γίνει. Το ηθικό του στρατεύματος ήταν καλό, αλλά δε στηριζόταν σε σταθερά θεμέλια.

Προερχόταν κυρίως από το μεγάλο ενθουσιασμό με τον οποίο ο ελληνικός λαός αποδέχτηκε τον πόλεμο, όμως η ανεπαρκής εκπαίδευσή του και η έλλειψη στοιχειωδών μέσων Διοικητικής Μέριμνας συνιστούσαν δυσμενείς παράγοντες για τη διατήρηση του ηθικού του.

Η αναχώρηση του ελληνικού στρατού

Η αναχώρηση του τακτικού ελληνικού στρατού για το Μέτωπο έγινε μέσα σε συγκινητική ατμόσφαιρα εθνικής ομοψυχίας.

«Ο Αρχιεπίσκοπος με τα εορτινά του άμφια και περιστοιχιζόμενος από τον άλλον κλήρο έκαμε αγιασμό κι έδωκε τον σταυρόν να τον ασπασθούν ένας, ένας κάθε αξιωματικός και στρατιώτης. Επειτα είπε δύο τρία λόγια γεμάτα πατριωτισμόν και συγκινηθήκαμεν όλοι. Απ’ έξω από τον σταθμόν το πλήθος που μας παρακολουθούσε συνεμερίζετο την συγκίνησίν μας. Και όταν ο Αρχιεπίσκοπος εφώναξε “ζήτω ο Βασιλεύς, ζήτω ο Στρατός, ζήτω η Μακεδονία”, εφώναξαν όλοι με τόσην ορμήν, ως να ήθελαν πράγματι ν’ ακουσθούν ως μέσα εις την Μακεδονίαν. Τέλος αι αμαξοστοιχίαι εξεκίνησαν από τον σταθμόν και ο κόσμος ηκολούθησε τρέχων όσον ηδυνήθη».

Με αυτά τα λόγια ο νεαρός ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού Παύλος Μελάς περιέγραψε τις στιγμές της εθνικής έξαρσης. Μαζί του για τη μεθόριο αναχώρησε ο ανθός της ελληνικής νεολαίας, συνοδευόμενος από τις ευχές και τις δεήσεις ενός ολόκληρου έθνους.

Μάταια ο πατέρας του, ο ευπατρίδης Μιχαήλ Μελάς, προσπαθούσε να μετριάσει τον ενθουσιασμό του γιου του και των συντρόφων του.

«Φοβούμαι ότι θα γίνουν παράτολμα και πρόωρα κινήματα εις τα σύνορα, διότι οι αρχηγοί σας τηλεγραφούν ότι ο στρατός δεν είναι εισέτι εις την κατάστασιν ούτε να τα υποστηρίξη ούτε να υπερασπίση καν τα σύνορα», του έγραφε προφητικά, καταλήγοντας: «Ο Θεός να μας φυλάξη από κάθε ανοησίαν, οθενδήποτε και αν έρχεται».

Οι αντίπαλες δυνάμεις και τα σχέδια

Η δύναμη του Στρατού Θεσσαλίας, υπό το Διάδοχο Κωνσταντίνο, ανερχόταν σε 40.000 άνδρες και 96 πυροβόλα. Η δύναμη του Στρατού Ηπείρου, συγκεντρωμένη γύρω από την Άρτα, υπό το Συνταγματάρχη Μάνο, ανερχόταν σε 16.000 άνδρες και 40 πυροβόλα.

Η γενική αποστολή του Στρατού Θεσσαλίας ήταν η άμυνα επί των Θεσσαλικών συνόρων, ενώ του Στρατού Ηπείρου η εισβολή στο χώρο της Ηπείρου, για την κατάληψη της διεκδικούμενης περιοχής (περιοχή μεταξύ Αράχθου – Καλαμά ποταμών).

Οι δυνάμεις των Τούρκων περιλάμβαναν 8 μεραρχίες Πεζικού και 1 μεραρχία Ιππικού. Από αυτές, 2 μεραρχίες Πεζικού διατέθηκαν στην Ήπειρο και όλες οι άλλες στα σύνορα της Θεσσαλίας. Σύνολο δυνάμεως, στα σύνορα Θεσσαλίας 65.000 άνδρες και 186 πυροβόλα και στην Ήπειρο άνδρες και 24 πυροβόλα.

Αρχηγός του Στρατού Θεσσαλίας ήταν ο Ετέμ Πασάς, με σύμβουλο το Γερμανό Συνταγματάρχη Φον Γρούμσκωφ και έδρα του Στρατηγείου του την Ελασσόνα. Στην Ήπειρο ο Χιφζή Πασάς, με έδρα τα Ιωάννινα.

Το γενικό σχέδιο των Τούρκων, που είχε καταρτιστεί από το 1886 με τις οδηγίες Γερμανικής Στρατιωτικής Αποστολής υπό το Στρατηγό Φον Ντερ Γκολτς, πρόβλεπε επίθεση στο χώρο της Θεσσαλίας με τον όγκο του στρατού.

Επίσης, τήρηση αμυντικής στάσεως στην Ήπειρο με περιορισμένες δυνάμεις, για υπεράσπιση των Ιωαννίνων. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι το σχέδιο επιθέσεως που τελικά εφαρμόστηκε στη Θεσσαλία πρόβλεπε ενέργεια με τον όγκο των δυνάμεων στην κατεύθυνση Μελούνα – Λάρισα, για τη διάσπαση του ελληνικού μετώπου της γραμμής των συνόρων και κατάληψη της Λάρισας.

Οι επιχειρήσεις στη Θεσσαλία

Στις 6 Απριλίου, μετά από διάφορα μεθοριακά επεισόδια που είχαν προηγηθεί, άρχισε η επίθεση του Τουρκικού Στρατού. Δύο Μεραρχίες επιτέθηκαν στη διάβαση Μελούνας, άλλες δύο προς τις διαβάσεις Καλλιπεύκης και μία προς τη στενωπό Μπουγάζι Τιρνάβου.

Η μάχη αναπτύχτηκε κυρίως στη γραμμή Μενεξές – Μελούνα – Βοτνοχώρι – Λοφάκι μεταξύ της 2ης Ταξιαρχίας και των 2ης και 4ης Τουρκικών Μεραρχιών, που ενισχύθηκαν και από την 3η Τουρκική Μεραρχία. Η 2η Ταξιαρχία κράτησε όλη την ημέρα τις θέσεις της. Στη συνέχεια, αφού δεν ενισχύθηκε, εγκατέλειψε τη Μελούνα και συμπτύχτηκε προς το Μάτι.

Μέχρι τις 9 Απριλίου, οι Τούρκοι της διαβάσεως Μελούνας δεν προχώρησαν προς τη Λάρισα. Τα ελληνικά τμήματα βόρεια των Τεμπών, καθώς και στις περιοχές Λοφάκι, Ρεβένι και βόρεια των Τρικάλων απέκρουαν τις επιθέσεις των τουρκικών δυνάμεων.

Στις 9 Απριλίου όμως, οι Τούρκοι ανέτρεψαν το ελληνικό απόσπασμα του δεξιού της όλης διατάξεως και το α­νάγκασαν σε υποχώρηση προς το χωριό Γόννοι, ενώ ταυτόχρονα άλλες Τουρκικές δυνάμεις κινήθηκαν από τη Μελούνα προς το Αργυροπούλιο.

Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος συγκέντρωσε ολόκληρη τη δύναμη της Ιης Μεραρχίας και της 4ης Ταξιαρχίας της 2ης Μεραρχίας στη γραμμή Ροδιά Μεγάλη Βρύση – Λοφάκι – Μπουγάζι Τιρνάβου, ενώ η 3η Ταξιαρχία κρατούσε τη διάβαση Ρεβενίου.

Στις 11 Απριλίου, οι Τούρκοι επιτίθενται με δύο μεραρχίες πεζικού και τη Μεραρχία Ιππικού προς τα Δελέρια. Η μάχη διεξάχτηκε περί τα Δελέρια, όπου η ΙΙη Μεραρχία αντέταξε πεισματώδη άμυνα, με την υποστήριξη και του Συντάγματος Ιππικού.

Η Ιη Μεραρχία, αναπτυγμένη στη γραμμή Λοφάκι – Μπουγάζι Τιρνάβου, δεν πιέστηκε από τους Τούρκους, ούτε συνέδραμε τον αγώνα Δελερίων. Κατά το βράδυ, ολόκληρη η ελληνική διάταξη άρχισε να υποχωρεί και στη διάρκεια της νύχτας η υποχώρηση μεταβλήθηκε σε πανικόβλητη φυγή προς τη Λάρισα, με εξαίρεση την 3η Ταξιαρχία που συμπτύχτηκε συντεταγμένη, την άλλη ημέρα 12 Απριλίου.

Ο Διάδοχος, μη δυνάμενος να εγκαταστήσει νέα γραμμή άμυνας στη νότια όχθη του Πηνειού ποταμού, διέταξε, τη νύχτα της 11/12 Απριλίου, τη συνέχιση της υποχωρήσεως προς τα Φάρσαλα. Η υποχώρηση του στρατού, μολονότι γινόταν χωρίς εχθρική πίεση, παρουσίαζε εικόνα αποσυνθέσεως. Ειδικότερα, οι μονάδες είχαν αναμειχτεί μεταξύ τους και οργανικοί δεσμοί του στρατεύματος είχαν διασπαστεί.

Μετά από υπεράνθρωπες προσπάθειες στην περιοχή Φαρσάλων, κατορθώθηκε η ανασύνταξη των ελληνικών μονάδων. Επίσης, η εγκατάστασή τους για άμυνα βόρεια και νοτιοδυτικά της πόλεως, στη νότια όχθη του Ενιπέα (παραπόταμου του Πηνειού), με προφυλακές μάχης βόρεια αυτού – στη γραμμή των χωριών Κρήνη – Χαλκιάδες – Θετείδιο.

Η 3η Ταξιαρχία στάλθηκε, στις 15 Απριλίου, σιδηροδρομικώς και οδικώς από Φάρσαλα στο Βελεστίνο και εγκαταστάθηκε αμυντικά στην τοποθεσία Βελεστίνου, για την κάλυψη του Βόλου, που θαλασσίως εξυπηρετούσε τους ανεφοδιασμούς του στρατού.

Οι Τούρκοι αποφάσισαν να καταλάβουν πρώτα το Βολο και κατόπιν τα Φάρσαλα. Για το σκοπό αυτόν, από το απόγευμα της 15 Απριλίου και μέχρι τις 18 Απριλίου, ενέργησαν διαδοχικές επιθέσεις με τη Μεραρχία Ιππικού και ένα σύνταγμα πεζικού επιθέσεις που αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία από την 3η Ταξιαρχία (Συνταγματάρχης Σμολένσκης).

Οι επιθέσεις κατά Βελεστίνου θα επαναληφτούν με ισχυρότερες δυνάμεις στις 23 και 24 Απριλίου. Τη νύχτα της 24/25 Απριλίου, η 3η Ταξιαρχία θα εξαναγκαστεί σε υποχώρηση προς την περιοχή του Αλμυρού.

Στο μεταξύ, η αποτυχία του στρατού στη μάχη των συνόρων και η υποχώρησή του στα Φάρσαλα προκάλεσαν, στις 18 Απριλίου, την αντικατάσταση της Κυβερνήσεως Δεληγιάννη με Κυβέρνηση του Δημητρίου Ράλλη.

Στις 23 Απριλίου, ο τουρκικός Στρατός αφού κινήθηκε από τη Λάρισα, επιτίθεται με τρείς μεραρχίες (2η, 3η, 6η) αρχικά κατά των προφυλακών μάχης και, στη συνέχεια, κατά της κύριας τοποθεσίας άμυνας των Φαρσάλων.

Αν και η επίθεση αποκρούστηκε, η διατήρηση, υπό των ελληνικών τμημάτων, της τοποθεσίας αυτής δεν ήταν δυνατή, επειδή την επομένη θα δεχόταν επίθεση από όλες τις τουρκικές μεραρχίες (3ης, 6ης) και πλευρική (1ης, 2ης και Μεραρχίας Ιππικού) από τα δυτικά με συνέπεια την αποκοπή της οδού Φάρσαλα – Δομοκός.

Ο παραπάνω κίνδυνος υποχρέωσε το Διάδοχο Κωνσταντίνο να διατάξει σύμπτυξη του ελληνικού Στρατού από την τοποθεσία Φαρσάλων προς την τοποθεσία Δομοκού, η οποία εκτελέστηκε τη νύχτα της 23/24 Απριλίου και ολόκληρη την ημέρα της 24 Απριλίου.

Οι διαδοχικές αποτυχίες, οι στερήσεις, η κόπωση και η έλλειψη εκπαιδεύσεως σε υποχωρητικούς ελιγμούς, επέδρασαν σοβαρώς στο ηθικό του στρατού, με συνέπεια η κατάστασή του να είναι αποκαρδιωτική.

Η διάταξη του ελληνικού Στρατού στην τοποθεσία Δομοκού είχε ως εξής: 2η Ταξιαρχία στην τοποθεσία Ναρθάκιο Κασιδιάρη όρος (γραμμή Πετρωτό – Κιτίκι – Αγ. Αντώνιος), 4η Ταξιαρχία εκατέρωθεν της διαβάσεως Δομοκού (γραμμή Θαυμακόν – Πουρνάρι), ειδική ταξιαρχία (νεοσύστατη) τοποθεσία Βελεσιώτες και το απόσπασμα Τερτίπη στην τοποθεσία Λεονταρίου. Εφεδρεία η 1η ταξιαρχία στο Δομοκό. Η 3η Ταξιαρχία στην περιοχή Αλμυρού – Σούρπης.

Η τουρκική επίθεση εκδηλώθηκε στις 5 Μαΐου. Δύο μεραρχίες (ΙΙΙη, VIη) επιτέθηκαν προς Ναρθάκιο όρος για υπερκέραση του δεξιού της ελλη­νικής διατάξεως, δύο (Ιη, ΙΙη) κατά μέτωπο, ενώ μία ταξιαρχία (εφεδρική) τηρήθηκε ως εφεδρεία πίσω από τις III και VI. Οι επιθέσεις αυτές αποκρούστηκαν σε όλο το μέτωπο, πλην του άκρου δεξιού, όπου η 2η Ταξιαρχία συμπτύχτηκε προς το Βούζι.

Τη νύχτα 5/6 Μαΐου, ο Διάδοχος, προβλέποντας για την επόμενη τη δημιουργούμενη απειλή στο δεξιό πλευρό της διατάξεώς του, διέταξε γενική υποχώρηση προς τη διάβαση Καλαμακίου της Όθρυος. Εκατέρωθεν της διαβάσεως τάχτηκαν η 1η δυτικά και η 2η Ταξιαρχίες ανατολικά, οι οποίες, στη μάχη που επακολούθησε στις 6 Μαΐου, δεν κατόρθωσαν να συγκροτήσουν τις τουρκικές επιθέσεις. Τα ελληνικά Τμήματα, την επόμενη 7 Μαΐου, διέρρευσαν άτακτα προς Λαμία έχοντας τη μορφή ένοπλου συρφετού και ο Διάδοχος διέταξε συνέχιση της υποχωρήσεως προς τα στενά Θερμοπυλών.

Στο μεταξύ και, ενώ τα ελληνικά τμήματα διέρρεαν προς τη Λαμία, μερικοί αποκομμένοι λόχοι τους είχαν μεταβληθεί σε οπισθοφυλακή, η οποία υποχώρησε τελικά στην τοποθεσία Ταράτσας (βόρεια και κοντά στη Λαμία).

Ταυτόχρονα, ο Διάδοχος έλαβε τηλεγράφημα της Κυβερνήσεως, με το οποίο καθοριζόταν η ανακοπή της υποχωρήσεως και η αναστολή των εχθρο­πραξιών. Τα πυρά σταμάτησαν στις 15.00 και την επόμενη, 8 Μαΐου, υπογράφηκε η ανακωχή.

Επιχειρήσεις Ηπείρου

Οι επιχειρήσεις στην Ήπειρο άρχισαν στις 6 Απριλίου με σφο­δρότατη μονομαχία πυροβολικού και επίθεση των Τούρκων για την κατάληψη της Άρτας, επίθεση η οποία αποκρούστηκε. Η τουρκική επίθεση συνεχίστηκε στις 7 και 8 Απριλίου .

Αντεπίθεσητης 2ης Ταξιαρχίας Σέχου, που διάβηκε βιαίως τον Άραχθο ποταμό νότια της Άρτας, ανέτρεψε το δεξιό των Τούρκων προς Παχυκάλαμο και Τσαπρασλί. Επακολούθησε γενική υποχώρηση των Τούρκων προς τα Πέντε Πηγάδια και διάλυση της ΙΙης τουρκικής Μεραρχίας. Τα ελληνικά τμήματα, στερούμενα πληροφοριών για τον εχθρό και επιθετικού πνεύματος, δεν ανέλαβαν καταδίωξη.

Στις 14 Απριλίου, οι Τούρκοι επανέλαβαν τις επιθέσεις τους και η 1η Ταξιαρχία Μπότσαρη που είχε προχωρήσει προς το Ανώγι (νότια των Πέντε Πηγαδιών), αναγκάστηκε, ύστερα από αγώνα 3 ημερών, να υποχωρήσει στην Άρτα. Κατόπιν αυτού, οι τουρκικές δυνάμεις προωθήθηκαν στην πεδιάδα του Λούρου ποταμού (γραμμή Στρεβίνα – Φιλιππιάδα).

Μεταξύ 1-4 Μαΐου, οι επιχειρήσεις επαναλήφθηκαν. Ο Στρατός Ηπείρου συγκρότησε και την 3η Ταξιαρχία Μπείρου, ενώ επιπλέον τέθηκε στη διάθεσή του και η νεοσύστατη «Ηπειρωτική Φάλαγγα», δυνάμεως 2.500 ανδρών, υπό το Συνταγματάρχη Μάρκο Μπότσαρη.

Την 1 Μαΐου, η Φάλαγγα αυτή αποβιβάστηκε στις εκβολές του Λούρου ποταμού, ενώ η 1η Ταξιαρχία πέρασε τον Άραχθο και επιτέθηκε στο Γρίμποβο. Η 2η Ταξιαρχία κινήθηκε προς τη γέφυρα του Λούρου, για να συνδεθεί με τη Φάλαγγα. Όμως, όλες αυτές οι ελληνικές επιχειρήσεις απέτυχαν και οι Ταξιαρχίες επέστρεψαν στην Άρτα ενώ η Ηπειρωτική Φάλαγγα μεταφέρθηκε στη Βόνιτσα και τον Κραβασαρά.

Στις 6 Μαΐου, Τούρκοι αξιωματικοί προσήλθαν στις ελληνικές προφυ­λακές, με προτάσεις ανακωχής.

Η Ανακωχή και η Συνθήκη Ειρήνης

Η αναστολή των εχθροπραξιών στις 7 Μαΐου, έσωσε την Ελλάδα από την επερχόμενη κάθοδο των τουρκικών δυνάμεων προς την Αθήνα. Ο Σουλτάνος δέχτηκε την αναστολή κατόπιν επεμβάσεως του Αυτοκράτορα της Ρωσίας Νικολάου Β’, επέμβαση η οποία έγινε μετά από τηλεγράφημα του βασιλιά Γεωργίου.

Η συνθήκη ειρήνης, με πρωτοβουλία των Μεγάλων Δυνάμεων, υπογράφηκε στις 22 Νοεμβρίου 1897 στη Κωνσταντινούπολη. Τα τουρκικά στρατεύματα αποσύρθηκαν από τη Θεσσαλία και επέστρεψε σ’ αυτήν ο ελληνικός Στρατός.

Στο Κρητικό Ζήτημα έγινε δεκτή η λύση της αυτονομίας, με Ύπατο Αρμοστή τον Πρίγκιπα της Ελλάδας Γεώργιο, υπό την υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου. Οι Μεγάλες Δυνάμεις επωφελήθηκαν από τη δυσχερή θέση της Ελλάδας και της επέβαλαν τον ταπεινωτικό διεθνή οικονομικό έλεγχο.

«Από αρχαιοτάτων χρόνων, αφ’ ης η Ελλάς υπάρχει, ειρήνη τοσούτον άτιμος δεν εμόλυνεν την ιστορία της», σχολίασε καυστικά το «Εμπρός» στις 6 Σεπτεμβρίου.

Συμπεράσματα

Ο πόλεμος αυτός του 1897 απετέλεσε την πρώτη πολεμική εμπλοκή της Ελλάδας, κατά την οποία και δοκιμάσθηκε σε εκστρατεία τόσο ο τότε πολεμικός μηχανισμός της όσο και πολεμικό δυναμικό της, 67 χρόνια μετά από την απόκτηση της ανεξαρτησίας της.

Η κατάληξη του πολέμου ήταν ατιμωτική για τη χώρα. Γι αυτό δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία. Τα όνειρα της εθνικής ολοκλήρωσης όμως καθώς και τα δίκαια των καταπιεσμένων Ελλήνων σε Ήπειρο, Μακεδονία και Κρήτη υπαρκτά.

Οι πολιτικοί της εποχής συμπεριλαμβανομένου του Παλατιού και των αυλικών του, η δημαγωγία τους και η ανικανότητά τους να προετοιμάσουν σωστά το στράτευμα αλλά και να εκτιμήσουν τις εχθρικές διεθνείς καταστάσεις γεγονότα που απεδείχθησαν εκ του αποτελέσματος.

Η Ελλάς της εποχής ήταν παντελώς ανέτοιμη για να φέρει σε πέρας επιτυχώς τις πολεμικές επιχειρήσεις. Η αναιμική Ελλάδα του 1897 χρειάστηκε τη θυσία του Παύλου Μελά το 1904, το Μακεδονικό Αγώνα, τη κρητική επανάσταση του 1905 αλλά τη τομή της επαναστάσεως στο Γουδή το 1909 με κύριο αίτημα την αναδιοργάνωση του ελληνικού στρατού για να την ταρακουνήσει.

Κατά ένα τρόπο η ατίμωση του 1897 έπαιξε το ρόλο της ώστε να έρθουν στην επιφάνεια μέσα από έντονες κοινωνικές διεργασίες νέες πνευματικές μορφές αλλά και αξιότεροι πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες για να φέρουν σε πέρας το καθήκον της απελευθέρωσης των σκλαβωμένων αδελφών.

Από την άλλη μεριά η ανετοιμότητα του ελληνικού στρατεύματος, η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων και η ντροπιαστική έκβαση του πολέμου θα δώσει από τότε την ευκαιρία σε κάθε δουλοπρεπή ξενόδουλο υποτακτικό πολιτικάντη και δημοσιολόγο να κρύψει τη ραγιαδοσύνη του πίσω από τη λέξη σωφροσύνη φέρνοντας ως παράδειγμα την ήττα του 1897.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button