ΙστορίαΜη Χάσετε

Λογοτεχνικές μορφές: Κώστας Καρυωτάκης

Ο Κώστας Καρυωτάκης είναι ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του 1920 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Επηρέασε πολλούς από τους κατοπινούς ποιητές (Σεφέρης, Ρίτσος, Βρεττάκος) και με την αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.

Τα έργα του να έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. Η ποίησή του είναι μέρος τόσο της ελληνικής εκπαίδευσης όσο και του εξωτερικού, τη στιγμή που για το έργο του έχουν γραφτεί εκατοντάδες εργασίες και βιβλία και έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες ειδικά συνέδρια.

Το οικογενειακό περιβάλλον

Γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας στις 30 Οκτωβρίου 1896, ως το δεύτερο παιδί του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη, με καταγωγή από την Καρυά Κορινθίας, και της Αικατερίνης Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Μάλιστα, στο σπίτι της, όπου γεννήθηκε ο ποιητής, στεγάζεται σήμερα η διοίκηση του Πανεπιστημίου Τρίπολης. Είχε μία αδελφή έναν χρόνο μεγαλύτερη, τη Νίτσα, και έναν μικρότερο αδελφό, τον Θάνο, που γεννήθηκε το 1899.

Λόγω της εργασίας του πατέρα του, η οικογένεια Καρυωτάκη αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής, έτσι που ο ποιητής πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Λευκάδα, το Αργοστόλι, τη Λάρισα, την Πάτρα, την Καλαμάτα, την Αθήνα και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913, λόγω των συνεχών μεταθέσεων του πατέρα του και από όπου αποφοίτησε, το 1913, από το τοπικό γυμνάσιο με βαθμό «λίαν καλώς».

Το λογοτεχνικό ξεκίνημα

Η ικανότητα του με την πένα άρχισε να φαίνεται από νεαρή ηλικία, καθώς από περίπου τα δεκαέξι του χρόνια δημοσίευε ποιήματά σε παιδικά περιοδικά και συμμετείχε σε διαγωνισμούς λογοτεχνίας, όπως τον διαγωνισμό διηγήματος του παιδικού περιοδικού της «Διαπλάσεως των Παίδων».

Το 1914, ο 18χρονος τότε Κώστας Καρυωτάκης πέρασε στη Νομική Σχολή Αθηνών και από το δεύτερο μόλις έτος άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά σε λαϊκά περιοδικά αλλά και σε εφημερίδες, όπως η «Ακρόπολη». Στα τέλη του 1917, έλαβε το πτυχίο του από τη Νομική με «λίαν καλώς», την περίοδο που ο πατέρας του απολύθηκε από το δημόσιο ως αντιβενιζελικός.

Το 1919 επιστρατεύθηκε αλλά πήρε ολιγόμηνη αναβολή λόγω υγείας. Στη συνέχεια επιχείρησε ν’ ασκήσει το δικηγορικό επάγγελμα, αλλά η έλλειψη πελατείας τον ανάγκασε να ζητήσει δημόσιο διορισμό. Έτσι διορίστηκε υπάλληλος (υπουργικός γραμματέας Α’) στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, προφανώς για να είναι κοντά στους γονείς του.

Μετά την οριστική απαλλαγή του από το στρατό, τοποθετήθηκε στη Νομαρχία Σύρου κι ύστερα βρέθηκε για μερικούς μήνες ν’ ασκεί καθήκοντα νομάρχη στην Άρτα. Στη συνέχεια μετατέθηκε στην Αθήνα κι υπηρέτησε στη Νομαρχία Αττικής.

Μεταθέσεις και απέχθεια για τη γραφειοκρατία

Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχότανε τη κρατική γραφειοκρατία, εξ ού κι οι πολλές μεταθέσεις του. Αισθανόμενος λοιπόν απέχθεια για τη κρατική γραφειοκρατία τη καυτηριάζει συχνά. Αυτό του στοιχίζει αντιπάθεια και διώξεις από τους ανωτέρους του, μ’ αποτέλεσμα να μετατεθεί πολλές φορές στην επαρχία.

Γνωρίζει έτσι τη μιζέρια και την ανία της κι αυτό του στοιχίζει και τον πληγώνει βαθιά. Τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας κι Αθήνας, κάτι που δεν τον ευχαριστούσε.

Για ν’ αποφύγει τις μεταθέσεις, μεταπήδησε στο Υπουργείο Πρόνοιας και Κοινωνικής Αντιλήψεως και μάλιστα στη κεντρική υπηρεσία της Αθήνας. Στο Υπουργείο, επέδειξε σημαντικό έργο πρότασης νόμων που αφορούσαν τη δημόσια υγεία, έργο που όμως δεν υλοποιήθηκε λόγω της δικτατορίας του Πάγκαλου.

Το Φλεβάρη του 1919 εκδίδει τη 1η του ποιητική συλλογή ”Ο Πόνος Των Ανθρώπων & Των Πραγμάτων”, που δε παίρνει καλή κριτική. Στις 9 Μάρτη 1919 έστειλε εξώδικο στο ”Νουμά” γιατί δεν του δημοσίευσε κριτική-ανακοίνωση για τη συλλογή.

Με το φίλο του Άγη Λεβέντη εκδίδει τον ίδιο χρόνο το σατιρικό περιοδικό ”Η Γάμπα”. Παρά την επιτυχία το περιοδικό κυκλοφόρησε μόνον 6 τεύχη γιατί η αστυνομία απαγόρευσε την έκδοσή του.

Η σχέση με τη Μαρία Πολυδούρη

Το 1920 ο Κώστας Καρυωτάκης γνωρίζεται με την επίσης χαρισματική αλλά και «καταραμένη» ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη (1/4/1902 – 29/4/1930). Η ίδια σε επιστολή της σε φίλη της αναφέρει για τον Καρυωτάκη: «Στο κάτω-κάτω εγώ αγάπησα έναν ποιητή. Δεν αγάπησα έναν ήρωα. Αν ήθελα ήρωα, θα αγαπούσα τον Ανδρούτσο».

Η Μαρία ήτανε τότε 20 ετών, ενώ ο Καρυωτάκης 26. Εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα, ενώ εκείνος είχε εκδώσει ήδη 2 ποιητικές του συλλογές. Η Πολυδούρη ήταν μια χειραφετημένη νεαρή, με φεμινιστικές ιδέες, που ζούσε μια προκλητική ζωή για την εποχή. Ανάμεσά τους αναπτύχθηκε ένα έντονο ερωτικό συναίσθημα.

Ο δεσμός τους διακόπηκε πρόωρα λόγω της ασθένειας του ποιητή. Του πρότεινε να παντρευτούν, χωρίς να αποκτήσουν παιδιά, αλλά αυτός αρνήθηκε. Αυτή αμφέβαλε για την ειλικρίνειά του και θεώρησε πως η ασθένειά του ήτανε πρόσχημα για να χωρίσουν. Έπειτα, αρραβωνιάστηκε το δικηγόρο Αριστοτέλη Γεωργίου στις αρχές του 1925.

Η Μαρία βρήκε κι αυτή τραγικό θάνατο σε νεαρή ηλικία. Το 1926, διαλύοντας τον αρραβώνα της, πήγε στο Παρίσι, όπου προσβλήθηκε από φυματίωση. Νοσηλεύθηκε στην Ελλάδα στο νοσοκομείο Σωτηρία, όπου το 1928 την επισκέφτηκε ο Καρυωτάκης, πριν αναχωρήσει για τον τελευταίο σταθμό της ζωής του, τη Πρέβεζα.

Για πολλά χρόνια η ποιήτρια ήταν περισσότερο γνωστή για την ερωτική της σχέση παρά για τη ποίησή της. Έτσι, επισκιάστηκε ο ιδιαίτερος λυρικός ποιητικός της λόγος. Το ερωτικό της πάθος για κείνον διατρέχει όλο το έργο της. Όμως, δεν συνδιαλέγεται μόνο με τον αγαπημένο της αλλά και με το ποιητικό του έργο.

Νηπενθή

Το 1921 κυκλοφόρησε τη 2η συλλογή του ”Νηπενθή”. Η ομηρική λέξη Νηπενθή σημαίνει αυτά που διώχνουν το πένθος. Ο όρος pharmakon népenthès χρησιμοποιείται από τον Charles Baudelaire στο έργο Les Paradis artificiels (Τεχνητοί παράδεισοι). Τα Νηπενθή παραπέμπουν ακόμη στο έργο του, Les Fleurs du mal (Τα Άνθη του Κακού).

Η ποιητική του Καρυωτάκη επηρεάστηκε από τους poètes maudits (καταραμένους ποιητές) κι ειδικά από τον Baudelaire. Δεν τους αντιγράφει αλλά αφομοιώνει στοιχεία της ποιητικής τους και τα μετασχηματίζει δημιουργώντας τη δική του ποιητική φωνή. Σε αυτή τη συλλογή εμφανίζεται ως ένας λυρικός ποιητής με προσωπικό ύφος.

Το 1924 ταξιδεύει στο εξωτερικό, στην Ιταλία (Ρώμη), Γερμανία και Ρουμανία. Το Δεκέμβρη του 1927 εκδίδει τη τελευταία του συλλογή, ”Ελεγεία και Σάτιρες”, όπου συντελείται το ποιητικό του άλμα κι αναδεικνύονται τα στοιχεία της διαφορετικότητας του. Στη συλλογή διαφαίνεται η ποιητική του ωριμότητα και πραγματοποιείται η μετάβαση του ποιητή από το ρομαντισμό στο ρεαλισμό.

Συνδικαλιστική δράση

Το Φλεβάρη του 1928 αποσπάται στη Πάτρα και τον Ιούνιο στη Πρέβεζα μετά από δυσμενή μετάθεση, ενώ είχε ήδη αναπτύξει και συνδικαλιστική δράση, σε σύγκρουση με την αστική τάξη της παρακμής και το αντίστοιχο κράτος.

Όντας Δημόσιος Υπάλληλος είχε εκλεγεί, στις 13 Ιανουαρίου 1928, γραμματέας της Ενώσεως Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών και συμμετείχε σε απεργιακούς αγώνες, πράγμα που οδήγησε στη μετάθεσή του σε Πάτρα και Πρέβεζα.

Η θέση εργασίας του ήταν στη Νομαρχία Πρέβεζας, στο Γραφείο Εποικισμού κι Αποκαταστάσεως Προσφύγων, όταν ήταν νομάρχης ο Γεώργιος Π. Γεωργιάδης. Ο Καρυωτάκης ως δικηγόρος της Νομαρχίας είχε στα καθήκοντά του τη σύνταξη και τον έλεγχο των τίτλων κυριότητας των αγροτεμαχίων διανομής προς τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωσή του για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας.

Αισθανόμενος αηδία κι απόγνωση για τη ζωή αυτής της μικρής πόλης στέλνει απελπισμένα γράμματα σε συγγενείς και φίλους, περιγράφοντας την αθλιότητα και τη μικρότητα που κυριαρχεί στη τοπική κοινωνία.

Η αυτοκτονία

Στις 20 Ιουλίου 1928 σε ηλικία μόλις 32 ετών αποφασίζει να βάλει τέλος στη ζωή του. Αποπειράται να αυτοκτονήσει πέφτοντας γυμνός στη θάλασσα και μάταια προσπαθώντας επί 10ωρο να πνιγεί. Δε τα κατάφερε.

Το πρωί της επομένης, απτόητος, αγοράζει ένα περίστροφο και πάει σ ένα καφενείο όπου φυτεύει μια σφαίρα στη καρδιά του. Η τότε χωροφυλακή τράβηξε φωτογραφία του πτώματος η οποία έχει δημοσιευθεί και τον δείχνει κουστουμαρισμένο, με ψαθάκι και με το χέρι με το πιστόλι στο στήθος. Στη τσέπη του αφήνει το τελευταίο του σημείωμα:

“Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.
Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να ‘ρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
Υ.Γ. Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ ν’ αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια.
Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Κ. Γ. Κ.

Συγκάλυψη

Οι συνθήκες της αυτοκτονίας του και κυρίως τα αίτια της παραμείνουν ένα μυστήριο. Τα αίτια προβληματίζουν ακόμη τη φιλολογική έρευνα. Η οικογένειά του κατέχει σημαντικό ρόλο στην απόκρυψη στοιχείων της αυτοκτονίας αλλά και της ζωής του ποιητή.

Η αναγγελία του θανάτου του δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες αρκετές μέρες μετά το θάνατο του. Όλες οι εφημερίδες της εποχής ανήγγειλαν την αυτοκτονία αποδίδοντας την στον υπουργό Υγιεινής και Πρόνοιας Μιχαήλ Κύρκο. Ο Μιχαήλ Κύρκος είχε υπογράψει την άδικη μετάθεση του ποιητή στη Πρέβεζα, που σύμφωνα με την οικογένεια είχε οδηγήσει τον ποιητή στη μελαγχολία. Το προσωπικό αρχείο του ποιητή εξαφανίστηκε κι ο δημοσιοϋπαλληλικός του φάκελος βρέθηκε λειψός.

Παράλληλα, ο βιογράφος του Χαρίλαος Σακελλαριάδης, στον οποίο ανέθεσε η οικογένεια την επιμέλεια των Απάντων, μεταφέρει επιλεκτικές πληροφορίες και διαστρεβλώνει την προσωπικότητα του. Τον παρουσιάζει εγωκεντρικό, μισάνθρωπο, μελαγχολικό, καταθλιπτικό, δηλαδή ως κλασσική περίπτωση ψυχοπαθολογικής προσωπικότητας.

Ο αμφιλεγόμενος βιογράφος του αποσιωπά σημαντικά γεγονότα της ζωής και της δράσης του ποιητή, όπως τη νόσο της σύφιλης, τη συνδικαλιστική δραστηριότητα και τη συμμετοχή στις απεργίες των δημοσίων υπαλλήλων. Όλα αυτά τα γεγονότα δείχνουν ότι επιχειρήθηκε από την οικογένεια του μια συστηματική συγκάλυψη στοιχείων. H οπτική του Σακελλαριάδη επέβαλε για πολλά χρόνια ένα συγκεκριμένο τρόπο ανάγνωσης της ποίησης Καρυωτάκη, δημιουργώντας την εικόνα του πεισιθάνατου ποιητή.

Τα πραγματικά αίτια

Σύμφωνα με τη σύγχρονη έρευνα, δεν αυτοκτόνησε από κατάθλιψη, ούτε εξαιτίας της μετάθεσής του στη Πρέβεζα, παρόλο που κι οι δύο αυτοί λόγοι οπωσδήποτε επηρεάσανε σοβαρά τη ψυχική του διάθεση. Τα σύγχρονα δεδομένα φανερώνουν ότι σημαντικό ρόλο στο τέλος της ζωής του κατείχε η νόσος του ποιητή. Γνώριζε ότι έπασχε από το αφροδίσιο νόσημα της σύφιλης ήδη από το 1922, γεγονός που του δημιούργησε έντονο αίσθημα αποξένωσης.

Η ασθένεια πέρα από την απειλή της υγείας του και το στιγματισμό του ερωτισμού του, απειλούσε και την υπόληψή του, καθώς η σύφιλη ήταν ένα κοινωνικά στιγματισμένο νόσημα. Ο ποιητής αναφέρει για τη νόσο στο ποίημα του ”Τραγούδι Παραφροσύνης”, που αργότερα μετονομάστηκε σε ”Ωχρά Σπειροχαίτη”, δηλαδή το όνομα του βακτηρίου που τη προκαλεί.

Ο Γ. Π. Σαββίδης, που διέθετε το μεγαλύτερο αρχείο για τους Νεοέλληνες Λογοτέχνες, ερχόμενος σ’ επαφή με φίλους και συγγενείς του ποιητή, ήταν αυτός που αποκάλυψε ότι ο Καρυωτάκης ήταν συφιλιδικός και, μάλιστα ο αδελφός του, Θάνος, θεωρούσε πως η ασθένεια συνιστούσε προσβολή για την οικογένεια.

Ο μελετητής καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που θεμελίωσε τη παράδοση της καρυωτακικής έρευνας, διατυπώνει την άποψη ότι ο ποιητής αυτοκτόνησε στη Πρέβεζα, όχι πιεζόμενος από τη μετάθεσή του εκεί, αλλά φοβούμενος να νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, όπως συνέβαινε με όλους τους συφιλιδικούς στο τελικό στάδιο της νόσου τη περίοδο εκείνη. Θέλοντας μάλιστα, να ισχυροποιήσει το επιχείρημά του, τονίζει ότι δεν είναι δυνατόν ένας βαριά καταθλιπτικός ασθενής ν’ αστειεύεται στο επιθανάτιο γράμμα του.

Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τον σύγχρονο ορισμό της κλινικής κατάθλιψης, ο ποιητής είναι βέβαιο πως έπασχε από τη νόσο. Το έργο του, πολύ πριν μάθει ότι πάσχει από σύφιλη το καλοκαίρι του 1922, η ζωή κι ο θάνατος του συνιστούν ακράδαντες αποδείξεις γι’ αυτό.

Διατυπώνει ένα ακόμη στοιχείο που πιθανότατα οδήγησε τον ποιητή στο συναισθηματικό αδιέξοδο. Ο ποιητής είχε πέσει θύμα εκβιασμού, για τον οποίον όμως δεν έχουμε σαφή αντίληψη. Θεωρεί ότι πρόκειται για συκοφαντίες σχετικά με ναρκωτικές ουσίες ή κοινές γυναίκες. Οι διώκτες του επιδίωκαν να τον εξοντώσουν ηθικά, ώστε να μηδενίσουν τη συνδικαλιστική του δράση.

Συνεπώς, οι αλλεπάλληλες άδικες μεταθέσεις, η επαρχιακή ανία, η ασθένεια της σύφιλης κι οι πολιτικές διώξεις και κατηγορίες βάρυναν αναμφίβολα τη ψυχολογική του κατάσταση οδηγώντας τον στην αυτοκτονία. Με την αυτοκτονία του η φήμη του εκτινάχθηκε και στη ποίηση του αναγνωρίσθηκε η ειλικρίνεια του βιώματος

Αποτίμηση

Ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή που ανέδειξε η γενιά του ’20 και από τους πρώτους που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση, ο Κώστας Καρυωτάκης, επηρέασε πολλούς από τους επόμενους ποιητές, όπως τον Σεφέρη, τον Ρίτσο και τον Βρεττάκο. Η αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.

Ποίηση η οποία δεν έχει ίχνος φιλολογίας, αισθηματισμού και φιλαρέσκειας, ποίηση που αποπνέει την αίσθηση του μάταιου, του χαμένου, με στάση αντιηρωική και αντιδανική. Ο Καρυωτάκης γράφει ποιήματα για το άδοξο, το ασήμαντο, ακόμα και το γελοίο, ως διαμαρτυρία, που φτάνει στο σαρκασμό.

Εκφράζει τη κοινωνική αμφισβήτηση και την υπαρξιακή αγωνία. Ο ρεαλισμός και συγκεκριμένα ο νεοαστικός ρεαλισµός, όπως αναφέρει ο κριτικός κι ομότεχνος του Τέλλος Άγρας, διέπει το έργο του. Η συνηθέστερη πλευρά του νεοαστικού ρεαλισµού στο έργο του είναι η ιεραρχία, η υπαλληλία, το γραφείο κι η γραφειοκρατία. Τα τεχνικά ποιήματα κατέχουν μεγάλο μέρος του έργου του. Δεν είναι λίγες οι φορές που προσπαθεί ν’ αναζητήσει και να δοκιμάσει κι όρια και τις δυνατότητες του ποιητικού λόγου.

Οι υπόλοιποι νεοσυμβολιστές ή νεορρομαντικοί τις περισσότερες φορές χρησιμοποιούν τον ποιητικό λόγο ως μέσω επικοινωνίας με τη κοινωνική πραγματικότητα. Ο Καρυωτάκης περνά στον αντίποδα. Απαξιώνει και σαρκάζει οτιδήποτε μπορεί να φέρει την ανακούφιση, ακόμη και την ίδια τη ποίηση. Η ποιητική διαδικασία είναι γι’ αυτόν ατελέσφορη.

Ο ποιητικός λόγος είναι ανολοκλήρωτος, ακυρωμένος κι ανίκανος να εκφράσει τα συναισθήματα του ποιητικού υποκειμένου. Επισημαίνει την αδυναμία της ποίησης να αποτρέψει τη συγκρουσιακή και τελικά αδιέξοδη σχέση με τη πραγματικότητα.

Η τέχνη της ποίησης, πλέον, είναι “τὸ καταφύγιο ποὺ φθονοῦμε”. Επιπλέον, χλευάζει τις υπερβατικές ιδιότητες της ποίησης και του ποιητή.

Η τεχνική της ειρωνείας, του σαρκασμού και του αυτοσαρκασμού βοηθούν τον ποιητή να εκφράζει την απογοήτευση και να προβάλλει τη κοινωνική διαμαρτυρία. Αυτές οι τεχνικές κυριαρχούν στην τελευταία του ποιητική συλλογή ”Ελεγεία και Σάτιρες”.

Όσα έχει θρηνήσει στο παρελθόν θα γίνουνε τώρα αντικείμενο σαρκασμού, καθώς δεν μπορεί να βρεθεί καμμία παρηγορία για τον ποιητή. Ο θάνατος καθίσταται επιθυμητός παρά τον φόβο που προκαλεί ορισμένες φορές. Σε πολλά ποιήματα θεματοποιείται ο θάνατος κι η αυτοχειρία.

Χαρακτηριστικά είναι τα ποιήματα Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο, Ιδανικοί Αυτόχειρες και Δικαίωσις. Δημιούργησε ένα ολόκληρο κλίμα μιμητών κι επηρέασε όσο ελάχιστοι τη φυσιογνωμία της μοντέρνας ποίησης. Η διαδρομή πρόσληψης του έργου του παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον.

Αρχικά, ο καρυωτακισμός ορίστηκε ως στάσιμη κι αρνητική μίμηση του έργου του, μίμηση που πήρε διαστάσεις μόδας για σχεδόν μια 7ετία μετά την αυτοκτονία του. Ο ποιητής αναγνωριζόταν ως ιδανικός εκπρόσωπος αυτής της χαμένης γενιάς.

Ο Φώτης Πολίτης με άρθρα του στην εφημερίδα Πολιτεία κατηγορούσε τη νέα γενιά ποιητών για άκρατο ατομικισμό και παρακμή. Η απαισιοδοξία κι η παραίτηση του Καρυωτάκη βρέθηκε στο στόχαστρο της ηγετικής γενιάς του ’30. Αιχμηρές είναι οι κριτικές του Ανδρέα Καραντώνη, Βάσου Βαρίκα, Κ. Θ. Δημαρά, Γιώργου Θεοτοκά, Δημήτρη Νικολαρεΐζη, Βασίλη Ρώτα και Μάρκου Αυγέρη. Βέβαια, δεν στρέφονται πάντα εναντίον του, αλλά της απαισιόδοξης ρητορικής του.

Ειδικότερα, ο Ανδρέας Καραντώνης πιστεύει ότι το έργο του δεν επιδρά αρνητικά ως ποιητική αλλά ως στάση ζωής.

Αντίθετος με το αντικαρυωτακικό κλίμα έρχεται ο Γιάννης Ρίτσος. Η ποίησή του εμφανίζει πλήθος καρυωτακικών στοιχείων και μοτίβων, ιδιαίτερα στις 1ες του ποιητικές συλλογές Τρακτέρ και Πυραμίδες.

Ο ποιητής της Ρωμιοσύνης αντικρούοντας την απόρριψη του ποιητή από συντηρητικούς κριτικούς και λογοτέχνες της εποχής, το 1938 δηλώνει στο ”Ελεύθερο Βήμα”: “Κάποιες βραδινές ώρες, που η πικρία κι η μοναξιά δεσπόζουνε στη ψυχή μας, τα Ελεγεία και Σάτιρες μας περιμένουν κάτω από την αρχαία λάμπα. Τέτοιες στιγμές δε θα λείψουν ποτέ απ’ τη ζωή μας. Μαζί μ’ αυτές θα ζει για πάντα κι ο Καρυωτάκης”.

Η γενιά του 1960 ή η αποκαλούμενη από το Βύρωνα Λεοντάρη γενιά της ήττας, ένιωσε να εκφράζεται από τους αδικημένους της γενιάς του 1920. Οι επιδράσεις του αυτόχειρα ποιητή εντοπίζονται στον Τίτο Πατρίκιο, στον Μανώλη Αναγνωστάκη κι ακόμη περισσότερο στον Άρη Αλεξάνδρου. Η 10ετία των ’60ς αποδεικνύεται αποφασιστική για την όψιμη αναγνώριση του ποιητή.

Τη 10ετία αυτή ο Γ. Π. Σαββίδης εκδίδει την 2τομη φροντισμένη έκδοση του καρυωτακικού έργου. Οι υπερρεαλιστές Ανδρέας Εμπειρίκος και Νίκος Εγγονόπουλος θα μιλήσουν θετικά για τον ποιητή και θα τον εντάξουνε στο γενεαλογικό τους δέντρο.

Το 1984 ο Μίκης Θεοδωράκης, έχοντας μελοποιήσει ήδη τους νομπελίστες ποιητές Γιώργο Σεφέρη κι Οδυσσέα Ελύτη, εργάζεται με τη χαμηλόφωνη φωνή του Καρυωτάκη. Τον δίσκο ερμηνεύει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Η μελοποίηση των ποιημάτων από τον Μίκη Θεοδωράκη βοήθησε με τη σειρά της στην αναγνώριση του Καρυωτάκη ως ποιητή μεγάλης δυναμικής.

Στο άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο.

Το ποίημα περιέχεται στη συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες (1927)

Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.

Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ’ αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτσια κι εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτρέτο του Dorian Gray

Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
σαν έπαθλο του αγώνος, και μοχθούνε,
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
νεκροί που η καθιέρωσις τους λείπει.

Πρέβεζα

Θάνατος ειν’ οι κάργιες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει, μιαν ελλιπή μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Τη Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
“υπάρχω;” λες, κι ύστερα: “δεν υπάρχεις!”
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button