Μόλις λίγο παραπάνω από μία ώρα επιπρόσθετης καθημερινής χρήσης των κοινωνικών δικτύων αρκεί για να μειώσει τις επιδόσεις των εφήβων στην ανάγνωση και τη μνήμη, σύμφωνα με νέα μελέτη που παρακολούθησε περισσότερα από 6.500 παιδιά καθώς ο χρόνος που περνούσαν στις οθόνες αυξανόταν όταν έμπαιναν στην προεφηβεία.
Βασισμένοι στα δεδομένα της έρευνας Adolescent Brain Cognitive Development, οι ερευνητές μέτρησαν τις γνωστικές δεξιότητες παιδιών ηλικίας 9 έως 13 ετών μέσω τυποποιημένων τεστ ανάγνωσης, μνήμης και λεξιλογίου. Τα ευρήματα έδειξαν ότι ακόμη και χαμηλά επίπεδα αυξημένης χρήσης των κοινωνικών δικτύων συνδέονταν με μετρήσιμα χειρότερες επιδόσεις.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο JAMA, χώρισε τους συμμετέχοντες σε τρεις ομάδες ανάλογα με τη χρήση: περίπου το 58% έκανε καθόλου ή πολύ χαμηλή χρήση, το 37% έκανε χαμηλή αλλά αυξανόμενη χρήση, ενώ σχεδόν το 6% παρουσίαζε έντονα αυξανόμενη χρήση.
Σε σύγκριση με εφήβους που χρησιμοποιούσαν τα κοινωνικά δίκτυα έως περίπου 20 λεπτά ημερησίως, εκείνοι που τα χρησιμοποιούσαν περίπου 80 λεπτά ημερησίως διάβαζαν λιγότερες λέξεις σωστά και έκαναν περισσότερα λάθη στην αντιστοίχιση εικόνας με μια λέξη που άκουγαν. Σημείωσαν επίσης χαμηλότερη επίδοση σε τεστ μνήμης. Όσοι ανήκαν στην ομάδα της έντονα αυξανόμενης χρήσης, με περίπου τρεις ώρες επιπλέον ημερησίως, είχαν έως και τέσσερις βαθμούς χαμηλότερη επίδοση στα τεστ.
Οι συγγραφείς της μελέτης επεσήμαναν ότι τόσο η μικρή όσο και η μεγαλύτερη αύξηση χρήσης των κοινωνικών δικτύων κατά την πρώιμη εφηβεία συνδέονταν στενά με χαμηλότερες επιδόσεις σε συγκεκριμένες γνωστικές λειτουργίες.
Παρότι οι διαφορές στη βαθμολογία των τεστ φαίνονται μικρές, οι ερευνητές υπογράμμισαν ότι ενδέχεται να μεταφράζονται σε πραγματικές σχολικές συνέπειες — όπως βραδύτερη ολοκλήρωση εργασιών ή υστέρηση σε μαθήματα, όπως τα μαθηματικά και η ανάγνωση.

