Ιστορία

Ομιλία του ΠτΔ, Κ. Τσάτσου, στη δημόσια Βιβλιοθήκη Κερκύρας με τη συμπλήρωση 200 ετών από τη γέννηση του Καποδίστρια

Την Παρασκευή 21 Μαΐου 1976, ώρα 20:00, όπως έγραφε η πρόσκληση, ήταν η ομιλία του τότε προέδρου της Δημοκρατίας, σε εκδήλωση που έλαβε χώρα στη δημόσια Βιβλιοθήκη Κερκύρας, με τη συμπλήρωση 200 ετών από τη γέννηση του Ιωάννη Καποδίστρια.

Θεωρούμε χρέος μας να ανεβάσουμε στην εφημερίδα μας την ομιλία αυτή, προκειμένου να ενημερωθούν κάποιοι κακοπροαίρετοι, που ισχυρίστηκαν πως ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν Ρώσος. Αν μπουν στον κόπο και διαβάσουν την ομιλία, γίνεται αναφορά στο Libro d’ Oro της Κερκύρας.

Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του αειμνήστου προέδρου της Δημοκρατίας Κ. Τσάτσου στο “δολοφονικό” “εγώ” του Έλληνα, αλλά και στην δυσκολία που έχουμε ως έθνος να ενωθούμε, αν και διψάμε για ένωτητα…

Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία του τότε προέδρου της Δημοκρατίας:

«Δεν ξέρω με ποιό καλλίτερο τρόπο θα μπορούσαμε να ολοκληρώσουμε φέτος τον πανηγυρισμό της Ενώσεως των Ιονίων Νήσων με την μικρήν Ελλάδα του 1864, παρά τιμώντας το μεγάλον άνδρα και, ασφαλώς, το μεγαλύτερο πολιτικό που η Επτάνησος, και μάλιστα η Κέρκυρα, χάρισε στην υπόδουλη τότε πατρίδα, τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Σαν εκπρόσωπος, αυτή την ώρα, της Πολιτείας, κατέχομαι από τη σκέψη ότι ο Καποδίστριας, ακόμη σήμερα, παρ’ όλα τα σημαντικά μελετήματα που δημοσιεύτηκαν γι’ αυτόν, παρ’ όλες τις τιμές που κατά καιρούς του επεδαψίλευσε η Πολιτεία, ο άνθρωπος αυτός που την θεμέλιωσε, δεν πήρε ακόμα τη θέση που δικαιωματικά του ανήκει στη συνείδηση του Έθνους.

Η δόξα του Καποδίστρια εβραδυπόρησε και βραδυπορεί ακόμα. Και όμως πολλά θα είχαμε να διδαχθούμε, στις δύσκολες μέρες που περνάμε, αν στρέφαμε προς αυτόν τη σκέψη και την αγωνία μας. Η αίγλη των όπλων και η λαμπηδόνα των δημηγοριών νικούν ανετώτερα το χρόνο και εισδύουν στις ψυχές των πολλών ευκολώτερα από τις πικρές προσπάθειες στους διπλωματικούς αντιθαλάμους, στις μυστικές διασκέψεις και στις μακριές αγρυπνίες για να βρεθούν οι πιό πρόσφορες λύσεις, που είναι όλες στην πραγματικότητα πάντα αξίας σχετικής

Eνώ όσοι δεν είναι υποχρεωμένοι να δίνουν λύσεις, προβάλλουν αμέριμνοι το απόλυτο, εισδύουν ευκολώτερα επίσης από τις προσπάθειες να βρεθούν οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι, και να κερδήσουν οι πρόσκαιροι αλλά απαραίτητοι ισχυροί της ημέρας, αυτοί που μας παρουσιάζονται ως φίλοι, λόγω μεν, εν ονόματι του δικαίου, έργω δε, εν ονόματι του συμφέροντος.

Πόσοι είναι εκείνοι που μπορούσαν, τότε μάλιστα, να συλλάβουν σε όλη του την έκταση το πρόβλημα της ανάστασης του Γένους, που από νέο απασχολούσε τον Καποδίστρια; Πόσοι μπορούσαν τότε να εκτιμήσουν, κατά την αξία του, το επίτευγμά του στο Λάιμπαχ, όταν αυτός κατώρθωσε να πάρη ο Τσάρος και οι άλλοι τότε σύνεδροι μιά θέση ουδέτερη απέναντι του ελληνικού απελευθερωτικού κινήματος ενώ την ίδια ώρα άλλα ανάλογα κινήματα στην Ιταλία ρητά καταδικάσθηκαν.

Αλλά και ποιοί ήξεραν τότε ότι το έργο του Καποδίστρια ήταν το τελεσίγραφο του Τσάρου της 6ης Ιουλίου 1821 προς την Υψηλή Πύλη, χάρις στο οποίο αυτή εμποδίσθηκε να στείλει τις στρατιές, που τότε διέθετε στα Βαλκάνια, για να καταπνίξη στη γένεσή του το επαναστατικό κίνημα στην Πελοπόννησο;

Ποιός μπορούσε να παρακολουθήση την αφανή δράση του από τότε που, διαφωνώντας με τον Τσάρο ακριβώς για το Ελληνικό Πρόβλημα, έφυγε για την Ελβετία ως την ώρα που τον κάλεσε η πατρίδα για να αναλάβη Κυβερνήτης; Ποιός και σήμερα ακόμη μπορεί να πη ότι γνωρίζει όλη τη δράση του;

Έτσι δεν είναι άδικο να πούμε ότι ο Καποδίστριας εξακολουθεί ακόμη τώρα να αναδύεται από το σκοτάδι, μέσα από τα αδημοσίευτα αρχεία των υπουργείων των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής του, μέσα από την αλληλογραφία του και τα δημόσια έγγραα, πολλά των οποίων δεν φέρουν την υπογραφή του, αλλά που είναι φανερό πως αυτός τα είχε συντάξει. Μόλις τώρα αρχίζει να υψώνεται μπρος μας ακέραιος ο διπλωμάτης, ο Κυβερνήτης, ο Έλληνας, ο βαθύτατα κατά το ήθος και τη σκέψη Έλληνας, ο προικισμένος με τις ευγενέστερες αρετές της Φυλής. Μόλις τώρα αρχίζομε να μετρούμε το εύρος των οριζόντων του.

Δεν πρόκειται απόψε να κάνω έργο ιστορικού, έτσι μάλιστα πρόχειρα και σε λίγες λέξεις. Άλλοι αρμοδιώτεροι και αξιώτεροι από μένα το έκαμαν, το κάνουν και θα συνεχίσουν να το κάνουν για να καταξιωθή ο μεγάλος Κερκυραίος.

Όσο για μένα, αυτά που έμαθα από άλλων έρευνες, συχνά με φέρνουν πίσω, προσκυνητή μπρός στην μοναδική αυτή φυσιογνωμία της νεώτερης Ιστορίας μας και κάθε φορά πολλά διδάχθηκα από αυτή την επιστροφή.

Πόσος χρόνος χρειάσθηκε και πόσος χρόνος ακόμα θα χρειασθή για να καθαρίσωμε την εικόνα του από το ρύπο των συσσωρευμένων άδικων κρίσεων; Γιατί -αναρωτήθηκα συχνά- αυτόν κυρίως να έζωσε και σχεδόν να κάλυψε η παρανόηση, η ακρισία, ακόμα και η συκοφαντία;

Πρώτα θαρρώ, γιατί ήταν ο μεγαλύτερος. Και η αδικία χτυπάει πρώτα τους πιό μεγάλους. Και ύστερα γιατί ήταν άνθρωπος άλλης υφής. Μίας υφής λιγώτερο προσιτής στους πολλούς, στους απλοϊκούς, αλλά και στους σπουδαρχούντας, όσο και αν ήταν και αυτοί πατριώτες με τον τρόπο τους.

Ήρθε ώριμος πολίτικός μέσα σε πρωτάρηδες. Δύσκολα αναγνωρίζει ο Έλληνας την υπεροχή του άλλου. Η ανοησία φθάνει μάλιστα κάποτε στο σημείο να θεωρούμε την υπεροχή σαν αντιδημοκρατική ανισότητα και την αναγνώριση της υπεροχής σαν αντιδημοκρατική νοοτροπία.

Για την αναγνώριση της υπεροχής του άλλου χρειάζεται ήθος. Και είναι χαρακτηριστικό πως εκείνοι που, αναγνωρίζοντας την πολιτικήν υπεροχή του, στάθηκαν ακλόνητοι υποστηρικτές του Καποδίστρια, ήταν δύο άνδρες με το υψηλότερο και καθαρώτερο πολιτικό ήθος της εποχής εκείνης: ο Κανάρης και ο Κολοκοτρώνης.

Ο Καποδίστριας βρήκε μίαν Ελλάδα χωρίς καθορισμένα σύνορα που κινδύνευαν μάλιστα να χαραχθούν κατά τρόπο τόσον αποπνικτικό, ώστε να καθιστούν προβληματική τη βιωσιμότητά της.

Γι’ αυτό η ευρύτερη χάραξή τους αποτέλεσε αμέσως την πρώτη του και κύριά του φροντίδα. Δεν ξέρω πόσοι αξιολογούσαν τότε τα εκκρεμή προβλήματα με τα ίδια μέτρα και πόσοι ήταν διατεθημένοι να υποτάξουν τα δικά τους μερικώτερα προβλήματα στο μέγα αυτό εθνικό θέμα, που με απαράμιλλη σύνεση διαχειρίσθηκε ως τη μέρα του θανάτου του.

Ο Καποδίστριας σαν υπεύθυνος ηγέτης δεν μπορούσε να παρακολουθήση τις στενόκαρδες σκέψεις και τις έριδες στις οποίες δυστυχώς δε μετείχαν τότε μόνο οι λίγοι από όσους είχαν γνώμη για τα κοινά. Αφιέρωσε το χρόνο του και τη σκέψη του στα μεγάλα και παραμέρισε τα μικρά.

Κατά τα τέσσερα σχεδόν χρόνια, που κυβέρνησε τον τόπο, δεν έπαψε να αγωνίζεται για να μεγαλώση τον ελληνικό χώρο, να διασφαλίση τα αδιαμόρφωτα ακόμα σύνορα. Αγωνίζεται να συγκροτήση τακτικό πειθαρχημένο στρατό και να του δώση την αίγλη που χρειάζεται για την εκπλήρωση της αποστολής του.

Αγωνίζεται να περιστείλη την πειρατεία και την ληστεία, που καλά καλά αρκετοί της εποχής δε φαίνεται να τη διακρίνανε από την έννοια της ελευθερίας. Αγωνίζεται να φτιάξη ένα υποτυπώδες φορολογικό σύστημα.

Αγωνίζεται να μορφώση νέους, που θα γίνουν οι πρώτοι8 υπάλληλοι της Διοικήσεως, να καθοδηγήση αγρότες και εργάτες, να τους διδάξη νέες τέχνες και νέους τρόπους καλλιέργειας. Και ενώ αφιέρωνε σε ένα τόσο πολύπλευρο δημιουργικό έργο τις δυνάμεις του, σιγά σιγά κατασκεύαζαν, αυτοί που δεν καταλάβαιναν ή δεν ήθελαν να καταλάβουν τη σημασία του έργου του, την εικόνα του ως Τυράννου.

Είναι να απορή κανείς από πού αυτό το μίσος τροφοδοτήθηκε. Διότι ο Καποδίστριας, αναγνωρίζοντας τις υπηρεσίες των αγωνιστών, όσο και αν πολλοί από αυτούς τον εχθρεύονταν, τους συμπεριφερόταν με σεβασμό, υπομονή και μετριοπάθεια. Τους έκανε, όπως θα λέγαμε σήμερα, πολλές παραχωρήσεις.

Γίνονταν άτεγκτος μόνο εκεί όπου η υποχώρηση θα σήμαινε σοβαρή βλάβη του γενικού συμφέροντος. Προτίμησε αυτή την ήπια και επίμοχθη πολιτική, γιατί πίστευε πως στο τέλος θα τιθάσευε τους περισσότερους και θα μπορούσε να αφιερωθή ολόκληρος στην σύνταξη και οργάνωση της Ελληνικής Πολιτείας.

Για την κατάσταση αυτή, την κύρια ευθύνη δεν θα έπρεπε να την επιρρίψωμε στον απλό λαό, διότι τα πολιτικά του ενδιαφέροντα ήταν ακόμα ελαττωμένα και η εξάρτησή του από τους μορφωμένους, τους δημογέροντες και γενικά τους προκρίτους μεγάλη.

Ο ραγιαδισμός τεσσάρων σχεδόν αιώνων είναι ένας ιός, που δεν αποβάλλεται εύκολα. Και καθώς ξέρομε, έχει ο ραγιαδισμός δύο όψεις, την ευτέλεια μπρος στον κρατούντα και τη δυσπιστία, σχεδόν την έχθρα, απέναντι σε κάθε εξουσία. Κάποτε, την ευτέλεια την αντικαθιστά το αντίθετό της, το πνεύμα της ανυποταγής, της ανταρσίας. Η δυσπιστία πάλι, αυτή, αντιθέτως, συνεχίζεται αναλλοίωτη είτε το Κράτος είναι κράτος βίας είτε είναι κράτος δικαίου.

Από αυτούς όμως που μπορούσαν να έχουν τότε αυτοδύναμη γνώμη και κύρος μόνο ορισμένοι αντιμάχονταν φανερά τον Καποδίστρια, ιδίως οι Υδραίοι και μερικοί Μανιάτες. Παρά ταύτα, το δούλεμα των αφελών, από πολλούς μάλιστα καλαμαράδες της εποχής, από τον τότε Τύπο, με κάθε είδους ψέματα και συκοφαντίες, άρκεσε για να δημιουργηθή ένα κλίμα, που και αν δεν σταματούσε τον Κυβερνήτη στο έργο του, πάντως του στεκόταν το πιο σοβαρό εμπόδιο.

Είναι φυσικό και δίκαιο, ελεύθεροι άνθρωποι και προ παντός εκείνοι που πολέμησαν για να κατακτήσουν την ελευθερία τους, να θέλουν να έχουν γνώμη για τα κοινά, να θέλουν να μετέχουν στη διαμόρφωση της πολιτειακής βούλησης και να μπορούν ελεύθερα να προβάλουν τις απόψεις τους.

Αυτές οι αξιώσεις είναι συμφυείς με την έννοια της Δημοκρατίας, της οποίας τις βασικές αρχές πολλοί τότε γνωρίζανε από το αμερικανικό Σύνταγμα και τα Συντάγματα της Γαλλικής Επανάστασής. Ο Καποδίστριας δεν ήταν αντίθετος προς τις αρχές αυτές. Η πολιτική του στα δύο ελβετικά καντόνια και τα Συντάγματά τους, που ίσως αυτός συνέταξε και ασφαλώς συνέταξε, το αποδείχνει. Ήξερε ότι ούτε η Δημοκρατία ούτε ο δημοκρατικός διάλογος είναι αυτά καθ’ εαυτά κακά.

Κακά είναι η υπερβολή, η αμετροέπεια, η οξύτητα, η αρνητικότητα, η υποκατάσταση της πειθούς που κατορθώνεται με τη λογική από τη διέγερση των παθών που κατορθώνεται με τη δημαγωγική συκοφαντία. Και δυστυχώς έτσι πολεμήθηκε ο Καποδίστριας. Δεν μπόρεσε να αποτελέση ούτε αυτός εξαίρεση στην πικρήν ιστορία της πολιτικής μας ζωής όλων των εποχών, παρ’ όλον ότι εκρινόταν ακόμη τότε η τύχη της μόλις ελευθερωμένης Πατρίδας.

Μπροστά σε αυτή τη χτυπητή διαστρέβλωση του νοήματος της εσωτερικής του πολιτικής, που γινόταν, από άλλους σκόπιμα, γιατί ήταν σε θέση να την εκτιμήσουν, και από άλλους από έλλειψη στοιχειώδους πολιτικής σκέψης, αναγκάζεται να καταλήξη κανείς στη διαπίστωση ότι ακόμα και πολλοί από εκείνους που τον εκλέξανε Κυβερνήτη, δεν τον εκλέξανε για να ασκήση αυτός την εξουσία. Έτσι μόνο εξηγείται αυτή η ραγδαία εξέλιξη, που τον μετέβαλε σε Τύραννο.

«Λευτερωθήκαμε από τον Τούρκο για να μας σκλαβώση ο Κορδιάτης, κόντες», λέγανε πολλοί αγωνιστές. Έλεγαν κάτι ανάλογα, περιέργως, και ο απληροφόρητος Κοραής, και ο Μακρυγιάννης, που δίκαια μεν τον υπερυψώσανε οι λογοτέχνες του καιρού μας, αλλά που ως ιστορικός είναι αμφίβολης αξίας, διότι το ωραίο κείμενό του είναι γεμάτο από αντιφάσεις και αφελείς κρίσεις.

Έτσι το άστατο της λαϊκής ψυχής, αλλά και η δυσχέρεια να διακρίνη ο χθεσινός ραγιάς τη δύναμη του νόμου της Πολιτείας από τη δύναμη της βίας του Τυράννου είχαν ως φυσικό αποτέλεσμα σε λίγους μήνες να θεριέψουν γύρου από τον Κυβερνήτη οι σκευωρίες. Και αυτοί ακόμα που ομολογούσαν, τουλάχιστον στα κρυφά, ότι χωρίς αυτόν θα διαλυθή ο τόπος, φρόντιζαν με κάθε τρόπο να ανακόψουν το έργο του.

Δεν είναι δύσκολο, ακριβώς σήμερα και εμείς, να καταλάβωμε, γιατί ο Έλληνας, όταν αποτίναξε τον οθωμανικό ζυγό, διψούσε για μια κατάσταση, που συνήθως ονομάζομε ελευθερία, αλλά που μόνο κατ’ όνομα της μοιάζει. Διψούσε, χωρίς καλά καλά να το συνειδητοποιή, για ανομία, για αναρχία, για μιά κατάσταση έκρυθμη, που ικανοποιούσε προσωπικά πάθη και συμφέροντα, αλλά που αντιστρατευόταν σε κάθε επιταγή της φρόνησης και της λογικής.

Επικρατούσε στις ώρες εκείνες ένα στοιχείο αρνητικότητας ακόμη και καταστροφής που είχε κιόλας φανερωθή τρία χρόνια πριν, στον εμφύλιο σπαραγμό και αργότερα στην πυρπόληση του μοναδικού καλού πολεμικού μας από το Μιαούλη. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα κυβερνούσε ο Καποδίστριας τη διαγουμισμένη χώρα.

Όλοι ζητούσαν ελευθερίες, όλοι ζητούσαν Σύνταγμα, όλοι διεκδικούσαν δικαιώματα, όλοι αλληλοκατηγορούνταν για να εξοντώση ο ένας τον άλλο και, κατ’ ουσία μόνο νόμο και τάξη και δικαιοσύνη δεν γυρεύανε. Συχνά αναρωτήθηκα μη και από αυτούς, που αρνιόντανε τον Καποδίστρια, πραγματικά τον Καποδίστρια αρνιόντανε ή περισσότερο την ιδέα του νόμου και της τάξης – και ας μη το καταλάβαιναν οι ίδιοι.

Ασφαλώς αγαπούσαν την Πατρίδα, ήθελαν μιάν Ελλάδα τρανή. Είχαν δώσει το αίμα τους για την απελευθέρωσή της, αλλά δεν ήθελαν Ελληνικό Κράτος. Δεν ήθελαν την υποταγή σε μιά κεντρική εξουσία, εκτός αν αυτοί οι ίδιοι γίνονταν η εξουσία. Τα αυτά τοις αυτοίς.

Σε όλη αυτή την κακοδαιμονία, εκτός από τις εντόπιες αθλιότητες, πρέπει να σημειωθή ότι συμβάλανε και οι ξένοι, οι ισχυροί τότε λεγόμενοι προστάτες μας, είτε διότι ήθελαν να βοηθήσουν κατά καιρούς το Σουλτάνο, υψώνοντας εμπόδια στο έργο του Κυβερνήτη, είτε διότι για να ωφεληθή ο καθένας εις βάρος του άλλου, ανακάτευαν τους δικούς μας στις δολοπλοκίες τους, τονώνοντας τις κακίες μας και αδυνατίζοντας τις αρετές μας.

Αλλά σε αυτή την κατηγορία εναντίον των ξένων πρέπει να θέσωμε κάποτε ένα όριο. Είναι παλιά μας συνήθεια να επιρρίπτωμε πάντα σε τρίτους τα δικά μας αμαρτήματα. Οι ξένοι στο κάτω κάτω, όταν παρεμβαίνανε, εκπληρώνανε, σαν πολίτες της δικής των Πολιτείας, το καθήκον τους. Στην εποχή μάλιστα του Καποδίστρια για τέτοιες παρεμβάσεις, δεν χρειάζονταν, όπως σήμερα, πολλά επιχρίσματα, πολλή υποκριτική για να εκδηλωθούν.

Δεν χρειάζονταν πολλές θεωρητικές αναπτύξεις για να δικαιολογηθή μιά παρέμβαση. Γιατί λοιπόν καταλογίζομε ευθύνες μόνο σ’ αυτούς ή και κυρίως σ’ αυτούς, ενώ κυρίως υπεύθυνοι είμαστε εμείς; Δικοί μας πολέμησαν τον Καποδίστρια. Δικός μας τον χτύπησε. Στην περίπτωσή του, άλλωστε, οι μεν Ρώσοι δεν τον υπονομεύανε, χωρίς διόλου αυτό να αποδοθή σε μιάν ιδιαίτερη εύνοια είτε των Ρώσων προς τον Καποδίστρια είτε του Καποδίστρια προς τους Ρώσους.

Οι Γάλλοι, μόνο μετά την πτώση των Βουρβώνων, το 1830, φανήκαν, αλλά άτονα, να παρακολουθούν τους Βρετανούς, οι οποίοι και αυτοί, από το θάνατο του Κάνιγγ, έδειξαν δυσπιστία ακόμα και εχρότητα προς τον Καποδίστρια, ακ και ο ναύαρχος Χάμιλτον, ο ίδιος, είχε εγκρίνει την εκλογή του. Πρέπει επίσης να σημειωθή ότι πολλές εκδηλώσεις εναντίον του Καποδίστρια, δεν προέρχονταν τόσο από τις ίδιες τις Κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας, όσο από ανεύθυνες και προσωρινές πρωτοβουλίες των αντιπροσώπων τους.

Έτσι βαλλόμενος από παντού, από παντού κυκλωμένος, ένας μοναχικός ελεύθερος πολιορκημένος, ύστερα από μιά μαρτυρική ζωή τεσσάρων σχεδόν ετών, κατά τα οποία αγόγγυστα, δοκίμασε τόσες πικρίες και δέχτηκε τόσες επιθέσεις, ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε την 27η Σεπτεμβρίου 1831, την ώρα που πήγαινε να εκκλησιασθή στον Άγιο Σπυρίδωνα του Ναυπλίου.

Παρ’ όλη όμως τη ζοφερή εικόνα, που παρουσιάζει η ώρα εκείνη, δεν θα ήταν δίκαιο να λεχθή ότι το φόνο του Καποδίστρια τον επιδιώξανε και τον προμελετήσανε οι αντίπαλες πολιτικές παρατάξεις. Κανενός αντιπάλου η σκέψη δεν είχε φτάσει νομίζω ως αυτό το ακραίο σημείο. Ένα τυχαίο περιστατικό ήταν η δολοφονία του. Παρά ταύτα, θα ήταν και αυτό το τυχαίο περιστατικό αδύνατο, αν δεν υπέθαλπε, από καιρό πριν, κάθε εναντίον του ακρότητα, μια διάχυτη, μουντή αντίδραση.

Στη ρίζα της βρίσκομε το μοιραίο αντικοινωνικό «εγώ» του Έλληνα. Το θαυμάσιο αυτό «εγώ», απ’ όπου εκπορεύθηκε η φιλοσοφία, η ποίηση, η τέχνη και η ανδρεία, και η εμπορική τόλμη του Έλληνα, υπήρξε και το μοιραίο «εγώ» που διέλυσε τις ελληνικές Πόλεις, τις ελληνιστικές επικράτειες, την λεβεντογεννιά του ’21.

Κάποια στιγμή ένα τέτοιο «εγώ», ένα ιστορικά ασήμαντο «εγώ» για μιάν ασήμαντη προσωπική αφορμή δολοφόνησε τον Κυβερνήτη, αυτόν που αγωνίσθηκε να υποτάξη όλα τα «εγώ» των Ελλήνων στην ενότητα μιάς ευνομουμένης Πολιτείας, μιάς Πολιτείας όπου κάθε «εγώ» θα είχε την ελευθερία που επιτρέπει η ελευθερία των άλλων και η τάξη του συνόλου.

Αν κυβερνούσε την Ελλάδα ο Καποδίστριας μερικά χρόνια ακόμα -όταν πέθανε δεν ήταν ούτε 56 ετών- θα ήταν άλλη η μοίρα αυτού του τόπου και πολλά δεινά που ακολούθησαν θα είχαν αποτραπή. Ίσως λίγοι τότε να ήταν σσε θέση να αναμετρήσουν το μέγεθος της εθνικής συμφοράς που προκάλεσε ο θάνατός του. Μόνο η απόσταση μας επιτρέπει να τη δούμε σήμερα ολόκληρη, σε όλες της τις συνέπειες.

Θεωρώντας από μιάν υψηλότερη σκοπιά τα πράγματα της εποχής εκείνης, και χωρίς καθόλου να υποτιμούμε τη συμβολή όλων των αγωνιστών, των στρατιωτικών και των πολιτικών, νομίζω ότι μπορούμε να υπστηρίξωμε, μη αδικώντας κανένα, πως χωρίς την παρουσία και τη δράση του Καποδίστρια δεν θα κατορθωνόταν η απελευθέρωση της πατρίδας μας. Το πλέγμα των ενεργειών του από το 1820 ως τη μέρα του θανάτου του, αποτελούν τον κύριο παράγοντα, που στερέωση την ελευθερία μα και την πολιτειακή μας υπόσταση.

Δεν πρέπει να λησμονήται ότι η Ελλάς δεν ελευθερώθηκε από τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, όσο και αν αυτή στάθηκε γεγονός σπουδαίο. Επί δύο ακόμη χρόνια μετά, αγωνίζονταν οι Έλληνες για να απομακρύνουν τον εχθρό από την Πελοπόννησο και τη Στερεά. και όλος αυτός ο αγώνας διεξάγεται με πραγματικό ηγέτη τον Κυβερνήτη.

Μετά τον Καποδίστρια η μικρή τότε ελεύθερη Πατρίδα μεγάλωσε. Το 1864, το1881, το1913, το 1920, το 1947. Ο Βενιζέλος, παρ’ όλες τις κατοπινές συμφορές, έκανε πράγματι τη Μεγάλη Ελλάδα. Αλλά την Ελλάδα την έκανε ο Καποδίστριας.

Δεν θα ήταν σύνθρονος των θεών η Ιστορία, αν χρησίμευε μόνο εις το να μας δίνη πληροφορίες για τα γεγονότα και τα πρόσωπα που πέρασαν. Μας διδάσκει να αντικρύζωμε από μιάν υψηλή σκοπιά το παρόν και να προχωρούμε, πλούσιοι από την εμπειρία της, προς το μέλλον. Όσο πιό μακρύς είναι ο χρόνος που αγκαλιάζει με τη μνήμη του ο άνθρωπος, τόσο πιό πλούσιος γίνεται σσε σοφία και σε ήθος.

Εμείς οι Έλληνες έχομε μιάν απέραντη σε χρόνο και ατίμητη σε περιεχόμενο Ιστορία. Αναρωτιέμαι όμως, αν έχωμε μιάν ισοδύναμη ιστορική μνήμη. Αν μαθαίναμε ό,τι αυτή με αδρά παραδείγματα μας διδάσκει, αν στηριζόμαστε, όπως αρμόζει, στις διδαχές της, στα θετικά και αρνητικά στοιχεία που αλυσιδωτά συνεχίζονται μέσα στους αιώνες, αν έτσι η Ιστορία, αντί να περνά μπρός στα μάτια μας σαν ένα εξωτερικό γεγονός γινόταν ένα κομμάτι από τη συνείδησή μας, θα μπορούσαν τότε χάρις σ’ αυτήν να τονωθούν οι αρετές της Φυλής και να αμβλυνθούν τα ελαττώματά της. Θα επηρεάζονταν προς το καλλίτερο η δομή της πολιτικής μας ζωής, έτσι ώστε να μην επαναλμβάνωνται τα ίδια πάντα λάθη, όταν συντρέχουν οι ίδιες περιστάσεις.

Με την ευφυΐα του, ακόμα και ο μέσος Έλλην γνωρίζει τα λάθη αυτά, σε αδρές τουλάχιστον γραμμές, και όμως αυτός ο ίδιος που τα γνωρίζει, τα διαπράττει. Δεν υπακούει στην ευφυΐα του. Υπακούει στα παθη του. Κάποτε, αργότερα, μετανοεί. Συνήθως όταν το ανεπανόρθωτο έχει γίνει. «Και ου πολλώ χρόνω ύστερον μετέμελε τοις Αθηναίοις» (Α. VII. 35). Αυτή την τραγική φράση του Ξενοφώντος, με συντριβή την αναθυμάμαι, από παιδάκι του Σχολαρχείου. Έμενε σαν καρφί μέσα μου. Και μου έλεγε σχετικά κάποιος παλιός μου φίλος: «Μεταμορφώθηκε μέσα μου αυτή η αφηγηματική φράση του Ξενοφώντος, σε εντολή να μην παρασύρωμαι από πάθος κανένα και να είμαι δίκαιος απέναντι των αντιπάλων και άτεγκτος απέναντι των φίλων».

Πηγή πολιτικού φρονηματισμού θα έπρεπε να μας είχαν γίνει τα σκοτεινά εκείνα χρόνια της πρώτης μεταπελευθερωτικής περιόδου. Όλες οι αδυναμίες που κάθε τόσο καταστρέφανε και μιά αρχαία πόλη, ωσότου να καταστρααφούν όλες μαζί από την πολιτική φρόνηση και τη συντονισμένη και πειθαρχημένη δράση της Ρώμης, όλες αυτές οι αδυναμίες λες και αναστήθηκαν μαζί με τον υπέροχο αγώνα της Φυλής για την ανάκτηση της ελευθερίας της.

Αμαρτήματα που πάντα παρακολούθησαν το Γένος μας από τους μυθικούς χρόνους, όταν μπρος στον εχθρό η έρις του Αγαμέμνονα και του Αχιλλέα διέσπασε τους Αχαιούς έξω από την Τροία, αμαρτήματα που σφράγισαν τη μοίρα μας και που πάντα κινδυνεύουν να υποτροπιάσουν, φανερώθηκαν τότε, κατά τρόπον έντονο, και στάθηκαν εμπόδιο στο τιτάνιο έργο ενός σοφού νομοθέτη και ενός πράου πολιτικού που, αντιπαλαίοντας προς τις πιό δύσκολες περιστάσεις, πάσχιζε να υψώση μια πραγματική ελεύθερη πολιτεία, μέσα από το χάος.

Οι μεγάλοι νεκροί μιλούνε. Και όσοι έχουν ειλικρινή διάθεση να τους ακούσουν, μπορεί να τους ακούσουν και να ενωτισθούν το λόγο τους. Επειδή τώρα πιά δεν είμαι μακριά από τη χώρα τους έχω τη χάρη κάποτε να τους ακούω.

Είμαστε ένα ολιγάριθμο έθνος, καθηλωμένο σ’ ένα επίζηλο σημείο του Κόσμου, που βάλλεται από πολλούς αντίξοους ανέμους. μας περιβάλλουν πλήθη πολλά. Αυτοί έχουν τον αριθμό, αλλά εμείς έχομε την ανδρεία και την ευφυΐα. Πλούτο δεν έχομε, αλλά μπορεί να τον αποκτήσωμε.

Μπορεί να ξεπεράσωμε και κάθε κίνδυνο, αν στις αρετές μας προσθέταμε τη συνειδητή βούληση της ενότητας, που μόνο τότε μπορεί να κατορθωθή σε μιά κοινωνία ελευθέρων ανθρώπων, αν ο καθένας μας, αλλά και όλοι μαζί, υποταχθούμε στην ύψιστη εντολή της ελληνικής σοφίας, στο μέτρο. Σε ό,τι σκεφτόμαστε, σε ό,τι πράττομε, να πειθαρχούμε στην αρχή του μέτρου.

Να αποτάξωμε το Σατανά της υπερβολής, της αμετροέπειας, του πάθους που τυφλώνει. Το μέτρο – και μόνο αυτό – δίνει στον άνθρωπο ανθρωπιά και στον Έλληνα τη δύναμη να κάνη θαύματα. Δεν αρκούν οι πρόσκαιρες ηθικές πατριωτικές εξάρσεις, όταν τις ακολουθούν μακρές περίοδοι αφροσύνης και ακαταστασίας. Το μέτρο επιβάλλει τη συνέχεια και τη συνέπεια στους λόγους και στις πράξεις.

Ο Καποδίστριας μπορεί να μας γίνη υπόδειγμα ζωντανή παρουσία του ελληνικού μέτρου.

Αυτός ο άνθρωπος, που όλη σχεδόν η αλληλογραφία του είναι γραμμένη στα γαλλικά, αυτός ο κόμης του Libro d’ oro, που τα περισσότερα χρόνια του τα έζησε έξω από την Ελλάδα, ήταν κατ’ εξοχήν Έλλην φορεύς εκείνων των αρετών που κάνουν την ελληνική ιστορία, την ελληνική τέχνη και την ελληνική σκέψη, βάθρο του πολιτισμού όλων των λαών της Ευρώπης. Η ύπαρξή του, η παρουσία του στις πρώτες ώρες της νέας εθνικής μας ζωής πρέπει όλους να μας εμπνέη με υπερηφάνεια. Όσο γεννά τούτη η γη Καποδίστριες, μπορεί να λέμε:

Ναι, είμαστε εμείς η αιώνια Ελλάδα.

Μας γεμίζει όμως και με πίστη και με ελπίδα. Πώς μπορεί ένας Έλληνας

να μην πιστεύη και μην

ελπίζη;»

]]>

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button